ΟΤΑΝ ΤΙΝΑΖΟΤΑΝ Η ΠΟΡΤΑ ΚΙ ΕΜΠΑΙΝΕ Ο ΛΑΚΗΣ στο καφενείο, ως και τα τραπουλόχαρτα κρέμονταν από τα δάχτυλα και τον χάζευαν. Οι στέκες κάθονταν σούζα. Εμείς τον κοιτούσαμε και μας έπιανε κάτι μεταξύ καύλας και παρηγοριάς. Δεν ήταν δυνατόν να'μασταν αυτοί που νομίζαμε πως είμαστε όταν υπήρχαν ακόμα τέτοια παιδιά ανάμεσα μας.Ο Λάκης μας πλησίαζε αργά και προειδοποιητικά με τα τεράστια ποδάρια του σαν Σιαμαίοι βαστάζοι που σήκωναν στον κολλητό τους ώμο το κανόνι του Λάκη, του Λάκη ΜΑΣ, τη βοϊδόπουτσα του ΔΙΚΟΥ ΜΑΣ Λάκη, που μιλούσαμε και καμαρώναμε γι'αυτή σαν να'ταν και δικιά μας.
Τον χαιρετούσαμε όπως του έπρεπε:
- Καλώς τα ψηλά βουνά!...
- Κάντε τόπο για τους χρυσοψώληδες!
- Για σου ρε μεγαλογαμιά!
Έτσι. Καθόταν στην καρέκλα που του έφερναν και αντιχαιρετούσε:
- Καλησπέρα στις Σαράντα Εκκλησιές. Τι δεν ετοιμάσατε ακόμα το φάκελο με το χρήμα; Έλα, κόψτε στα σβέλτα, γιατί βιάζομαι.
Ήταν ωραίος. Κι ήταν ακόμα πιο ωραίος γιατί ήταν ΜΕΓΑΛΟΣ. Τούρκοι, Τσιγγάνοι, Γερμανοί, όλοι εκεί μέσα τον κοιτούσαν με το κεφάλι ριγμένο στην πλάτη. Μόνο η πόρτα της κουζίνας και της τουαλέτας θα μπορούσαν αν μετρηθούν μαζί του.
Γέρναμε πάνω του και τον μυρίζαμε. Μοσχοβολούσε σαν Κυριακή. Τα ρούχα που φορούσε κόστιζαν όσο και δύο μεταχειρισμένα και σαν τέτοια τα περιεργαζόμασταν. Τ'αγοράζαμε με τον παρά μας κι αυτό μας έδινε το δικαίωμα να σχολιάσουμε το χρώμα, το σχέδιο, πως του'πεφτε από μπρος, πως από πίσω.
- Άμα δε το γουστάρετε το κουστουμάκι, τσοντάρετε στην επόμενη παρτίδα κατιτί να πάρω ένα καινούργιο, έλεγε ο Λάκης.
Πραγματικά, μας τα'παιρνε και στην επόμενη παρτίδα, και κάποιος θα βρισκόταν να μας δικαιολογήσει:
- Εμείς, ρε, θέλουμε ο νταβατζής μας να'ναι ο πρώτος. Να κυκλοφορεί έξω σαν μανεκέν κι 'οχι σαν γκάσταρμπάιτερ.
Ξέραμε πως μας κλέβει. Μας το'λεγε κιόλας και τον καμαρώναμε και γι'αυτό. Κάνα δυο από μας θα μπορούσαν να στήσουν και κώλο ακόμα. - <<δε θέλουμε να μας στεναχωριέσαι μόνο>>. Είχαμε πολλά κοινά με το Λάκη. Πρώτ' απ'όλα την αγάπη μας για το πράσινο χρώμα. Και εμείς και αυτός είχαμε ακριβά βίτσια. Αυτός μπορούσε και να τα γλεντάει, εμείς μόνο να τα φανταζόμαστε. Και εμείς και αυτός είχαμε ξεχάσει από που βγαίνει ο ήλιος. Όταν εμείς πηγαίναμε για δουλειά, αυτός πήγαινε για ύπνο.Όταν εμείς βγαίναμε από τη φάμπρικα, εκείνος έβγαινε από το σπίτι. Οι αντιλήψεις μας για τη ζωή ήταν πάνω κάτω οι ίδιες, και αν μας έβαζαν να ταξινομήσουμε τα καλά και τα κακά της γης, τουλάχιστον στο πρώτο και στο τελευταίο θα ταιριάζαμε απόλυτα. Αυτά όλα, παρ'όλο που εμείς είχαμε μεγαλώσει στην πόλη μαλακιζόμενοι καθημερινά κι εκείνος στο βουνό βόσκοντας και γαμώντας τα γιδοπρόβατα του πατέρα του. Είχε γίνει ο φόβος και ο τρόμος του κοπαδιού. Όταν έκλεισε τα δεκαοχτώ, ο πατέρας του αποφάσισε ότι ήταν καιρός να ξεγκαβωθεί και τον έστειλε στο στρατό. Οι γιατροί χάζεψαν. Τι τον κάνουμε τώρα αυτόν εδώ; Κοίταξαν τα χαρτιά τους - ειδικότητα για τέτοιους άντρες και τέτοιες ψωλές δεν υπήρχε. Τον φωτογράφησαν απ'όλες τις μεριές και τον έστειλαν τσολιά στο τουριστικό σώμα, <<να γαμήσει την πουτάνα την Αθήνα>>. Την εποχή αυτή έγινε και Λάκης από Νικόλας που ήταν μέχρι τότε.
Ο Λάκης φορούσε την κοντή πλισέ φουστίτσα και στήθηκε στο Σύνταγμα, για να του φωτογραφίζουν εκείνα τα πελώρια μπούτια, ακίνητα και κολλημένα σε στάση προσοχής. Πολλές περίμεναν μέχρι να περπατήσει, για να τον φωτογραφήσουν από πίσω, κι άλλες μέχρι να του σηκωθεί, για να τον φωτογραφίσουν από κάτω. Όσες ώρες παρίστανε το άγαλμα, μάζευε τροφή για το πούτσο του. Μουνιά που είχαν διασχίσει βουνά, ποτάμια και θάλασσες του αποκάλυπταν τις κρυψώνες τους. Και το βράδυ έβγαινε ο Λάκης και τα'κανε κονιορτό.
- Τι τα΄κανες;
- Κονιορτό, σκόνη, ρε μαλάκα!
- Τι λες, ρε μάγκα!
- Μα τον άγιο πούτσο σας λέω!
Τώρα δεν ήταν να γυρίσει πίσω στις προβατίνες. Απολύθηκε, αλλά εξακολουθούσε να παραμένει στημένος στο Σύνταγμα και να μαζεύει τηλέφωνα και διευθύνσεις. Όταν έμαθε ο γέρος του λοτι βρισκόταν μεν στο Σύνταγμα αλλά όχι με φουστανέλες, του'γραψε ένα γράμμα - αστροπελέκι. <<Να ψοφήσεις σαν το σκυλί γαμιώντας>>, κατέληγε. Ο Λάκης τα μάζεψε και πήγε στα βουνά να βρει τον πατέρα του και να σβήσει από πάνω του την κατάρα. Του΄χαν μηνύσει πως δε θα ζούσε για πολύ ακόμα.
- Γίδια πάντως εγώ δεν ξαναφυλάω, του δήλωσε ορθά κοφτά.
- Και πως λες να ζήσεις, ρε αφορεσμένε;
- Θ'ανοίξω ένα μαγαζί να πουλάω νες καφέ.
- Τι να'πλας;
- Νες καφέ. Τον πίνουν στην Αθήνα.
Ο γέρος κάθισε πάνω σ'ένα βράχο και σκεφτόταν. Μια μέρα και μια νύχτα. Ξημερώματα κατέβηκε στο ποτάμι, πλύθηκε κι έφαγε σαν παλικαράκι. Το πρόσωπο του άστραφτε και φαινόταν σαράντα χρόνια νεότερος.
- Μείνε εδώ να φ'λας τα ζα...λέει του γιου του. Πάω στην Κοζάνη να τα π'λήσω στον γερο-Κότσικα. Να πάρεις τα λεφτά ν'ανοίξεις αυτό που πίνουν στην Αθήνα. Ο γέρος ροβόλησε κατά τον κάμπο κι ο Λάκης ξάπλωσε κάτω από μια αγριελιά να κάνει όνειρα και σχέδια. Πέρασε η μέρα, πέρασε η νύχτα, ήρθε η άλλη μέρα, κι ο Λάκης δεν είχε τι άλλο να σκεφτεί. Έπιασε μερικές προβατίνες που εκτιμούσε ιδιαίτερα, τις ξεμονάχιασε και κάνανε ένα αποχαιρετιστήριο παρτάκι, που θα το θυμόντουσαν μέχρι το τελευταίο τους Πάσχα. Απόγευμα ήταν όταν άκουσε από μακριά το μηχανάκι κι έπειτα είδε τον μπασκίνα να ξεκαβαλικεύει και να σκαρφαλώνει κατά τη μεριά του με το πηλήκιο στο χέρι. Κάθε τόσο σταματούσε και σκούπιζε μ'ένα σκούρο μαντίλι το ιδρωμένο του μούτρο, κι ο Λάκης ψυλλιάστηκε κάτι πολύ κακό. <<Όταν ιδρώνει η εξουσία, δεν το κάνει για το καλό σου,έτσι, μάγκες;>> Κάποτε φτάνει το παιδί με τη στολή λαχανιασμένο μπροστά του: <<Πέθανε ο γέρος σου - γαμώ το σόι του για δρόμο...>>
Πέθανε ο γέρος του λοιπόν και ο Λάκης αναρωτιέται αν η μπασκιναρία δεν έχει άλλη δουλειά από το να παίρνει τα βουνά και ν 'αναγγέλλει κηδείες τσομπαναραίων.
- Πέθανε μέσα στο καμπαρέ του Φουίτ...συνεχίζει το παιδάκι φορώντας το καπέλο του. Όλη νύχτα έσπανε και χόρευε. Μόνο ο Φουίτ έμεινε αγάμητος. Τις πήδηξε όλες όσες δούλευαν εκεί μέσα, καθώς κι ένα γκαρσόνι.
Ο Λάκης θα'θελε πολύ να ρωτήσει αν ο γέρος του έμεινε πάνω στο γκαρσόνι, αλλά ντρεπόταν και ρώτησε για τ'άλλο που τον έκαιγε:
- Και τα λεφτά;
- Ποια λεφτά; Ο Φουίτ λέει πως μείνανε και κάτι σπασμένα απλήρωτα.
Σε λίγο ήρθε ο Κότσικας με τους μπιστικούς του, έδειξε το χαρτί, πήρε το κοπάδι κι έφυγε. Ο Λάκης έμεινε μόνος πάνω στο βουνό χωρίς πατέρα, χωρίς λεφτά, χωρίς προβατίνες. Το βράδυ πήγε στο σπίτι ενός ξαδέρφου του και τον παρακάλεσε να του δανείσει για μισή ώριτσα τη θεριστική μηχανή. Ο άλλος δεν παραξενεύτηκε. Σκέφτηκε πως το ξαδέρφι του κάτι θα'χει στο νου του για τα χαντακωμένα λεφτά του χαντακωμένου.
- Πάρ'τηνα... Αν σε μαγκώσουν μόνο, να πεις πως την έκλεψες.
Ο Λάκης ήρθε τη νύχτα και στάθηκε με αναμμένη τη μηχανή πενήντα μέτρα μακριά από το μπορδέλο του Φουίτ. Έμεινε ώρα έτσι με τα πόδια πάνω στο τιμόνι, να σκέφτεται τον πατέρα του, τις προβατίνες που αγάπησε, το μαγαζί που έχασε, το Σύνταγμα με τις φωτογραφικές μηχανές. Σιγά σιγά έγινε μπαρούτι και κόρωσε. Έβαλε μπροστά και με τη μεγαλύτερη ταχύτητα έπεσε πάνω στις λαμαρίνες και τα ξυλοτέξ του κωλομάγαζου και δίχως να σταματήσει βγήκε από την άλλη. Η χαρά που ένιωθε ήταν πιο πολύ ψυχική, τα μάτια του δεν είχαν προλάβει να δουν σχεδόν τίποτα. <<Ήμουνα σαν καυλωμένος, μάγκα μου>>.
Πήρε στροφή και έφερε τη μηχανή από την άλλη μπάντα, για να συνεχίσει σταυρωτά. Τώρα τους έβλεπε. Τους έβλεπε τους μπινέδες να τρέχουν πάνω κάτω προσπαθώντας να γλυτώσουν όργανα και τραπέζια. Τις έβλεπε τις ξεκωλιάρες, τις βρωμομούνες, να πηδάνε πάνω από καρέκλες και συντρίμμια ξεφωνίζοντας, μην ξέροντας προς τα που να τραβήξουν για να σωθούνε. Ο Λάκης πάτησε γκάζι κι έπεσε σαν κεραυνός σχίζοντας ό,τι είχε απομείνει σε μικρά κομματάκια. Πελάτες, πουτάνες και μουσικοί τρέχανε τώρα πάνω στην άσφαλτο κατά την πόλη. Έκανε μερικούς γύρους ψάχνοντας σαν τρελός να βρει τον Φουίτ - ο χωροφύλακας είχε πει πως ήταν ο μόνος που είχε αφήσει αγάμητο ο γέρος του. Τίποτα, μακάρι να'χε θαφτεί κάτω από τα ερείπια, ο πούστης. Ήρθε εδώ που ήρθε και -μάγκα μου, αν θέλετε το πιστεύετε- όταν πρωτόβγαλε τον πούτσο του στη Γερμανία, ήταν για να γαμήσει κι όχι για να κατουρήσει. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν ένα στενό πανταλόνι - βιτρίνα, ντεκορατσιόν, να πούμε. Και τώρα αυτό που βλέπετε δεν είναι τίποτα. Έπρεπε να τον βλέπατε τότε, πριν από δέκα χρόνια. Γλείψε γλείψε, μου τον έχουν αφήσει μισό οι πουτάνες.
Ο Λάκης σηκώθηκε και με επιδέξιες κινήσεις έσιαξε τα μαλλιά του, το μουστάκι, τον κόμπο της γραβάτας, προχωρώντας έτσι, σιγά σιγά, μέχρι τις κάλτσες και τα παπούτσια. Όταν τέλειωσε με όλα, χτύπησε με την παλάμη τον πούτσο του, όπως κάνουν οι πιστολέρος με τα πιστόλια τους, προτού ξανοιχτούν μονάχοι στα φαράγγια και στις βουνοκορφές της Σιέρα-Μάντρε. Ήταν εκεί, γεμάτος, σε θέση που ο καθένας θα μπορούσε να τον δει αμέσως, και με την πρώτη απειλή να πεταχτεί έξω σχεδόν από μόνος του. Ο Λάκης μας χαμογέλασε.
- Πάμε να γαμήσουμε, να γαμήσουμε, Λάκη;
-ΠΑΩ να γαμήσω, Τάτσικα.
- Καλό μουνί στον πούτσο μας!
- Αμήν και παρομοίως. Αύριο πάλι, κουφιοψψλάκηδες.
Τον έβλεπες να πηγαίνει κατά την πόρτα αργά και σίγουρα και καταλάβαινες με το πρώτο πως αυτός ο τύπος δεν είχε προορισμό μια βρώμικη κάμαρα όπου θα έμενε μόνος περιμένοντας το πρωί. Τα φώτα, τα ταξί, οι γυναίκες που κάπνιζαν μόνες στο μπαρ, τον περίμεναν. Η πόρτα τινάχτηκε πάλι και τα κωλομέρια του Λάκη -του Λάκη ΜΑΣ- ολοστρόγγυλα και απειλητικά, εκτοξεύτηκαν στην τροχιά τους. Αύριο θα μαθαίναμε τι κρύβει η άγνωστη γερμανική νύχτα.
Ο Τάτσικας χτύπησε με την τράπουλα το τραπέζι
- Κάνουμε μια πρέφα, ένα πφένιχ το καπίκι; Ε;
Πηγή: Μερόνυχτα Φραγκφούρτης - Αντώνης Σουρούνης.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου